interviewee
in
ˌɪn
in
terv
təv
tēv
iewee
ˈju:i:
yooi

Ορισμός και σημασία του "interviewee"στα αγγλικά

01

συνεντευξιαζόμενος, υποψήφιος

someone who answers the questions during an interview 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
interviewees
Παραδείγματα
The interviewee arrived early for the job interview. 

Ο συνεντευξιαζόμενος έφτασε νωρίς για τη συνέντευξη εργασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store