Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Interrogative
01
ερωτηματική λέξη, ερωτηματική πρόταση
a sentence of inquiry that asks for a reply
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
interrogatives
02
ερωτηματικός
some linguists consider interrogative sentences to constitute a mood
03
ερωτηματική λέξη, ερωτηματικό
(grammar) a function word that is used to form a question
Παραδείγματα
The use of interrogatives invites interaction and engagement in conversation.
Η χρήση των ερωτηματικών προκαλεί αλληλεπίδραση και συμμετοχή στη συζήτηση.
interrogative
01
ερωτηματικός, ανακριτικός
relating to the use of or having the nature of an interrogation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
ερωτηματικός, προστακτικός
(grammar) used in a question form or having the mood of a question
Λεξικό Δέντρο
interrogative
interrogate
interrog



























