Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
architectural
01
αρχιτεκτονικός, αρχιτεκτονική
relating to the study or art of constructing or designing a building
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The city skyline is a testament to its rich architectural heritage, featuring a blend of modern skyscrapers and historic landmarks.
Ο ορίζοντας της πόλης είναι απόδειξη της πλούσιας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της, που συνδυάζει σύγχρονα ουρανοξύστες και ιστορικά αξιοθέατα.
Λεξικό Δέντρο
architecturally
architectural
architectu



























