Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intermediary
01
μεσάζων, διαμεσολαβητής
an organization or someone who helps others to reach an agreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intermediaries
Παραδείγματα
The mediator acted as an intermediary between the two disputing parties.
Ο μεσολαβητής ενεργούσε ως μεσάζων μεταξύ των δύο διαφωνούμενων μερών.
intermediary
01
μεσολαβητικός
acting as a conversation medium between two groups of people so they can create an argument
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























