Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to interlock
01
αλληλοσυνδέονται, κλειδώνουν μαζί
to fit or lock together securely, keeping things in a stable or connected position
Intransitive
Παραδείγματα
Lego bricks are designed to interlock easily, allowing for the creation of various structures.
Τα τούβλα Lego σχεδιάστηκαν να συνδέονται εύκολα, επιτρέποντας τη δημιουργία διαφόρων δομών.
02
διαπλέκω, αμπαρώνω
to link two or more things securely together
Transitive: to interlock two or more things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interlock
γ΄ ενικό πρόσωπο
interlocks
ενεστώτα μετοχή
interlocking
απλός αόριστος
interlocked
παθητική μετοχή
interlocked
Παραδείγματα
The carpenter interlocked the joints of the wooden frame for added strength.
Ο ξυλουργός διέθεσε τις αρθρώσεις του ξύλινου πλαισίου για επιπλέον αντοχή.
Interlock
01
αλληλοσυνδέονται, αλληλοεμπλέκονται
the act of interlocking or meshing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
interlocks
02
ασφάλεια, συσκευή αλληλοσυνδέσεως
a device that prevents an automotive engine from starting
Λεξικό Δέντρο
interlocking
interlocking
interlock



























