Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to interlock
01
αλληλοσυνδέονται, κλειδώνουν μαζί
to fit or lock together securely, keeping things in a stable or connected position
Intransitive
Παραδείγματα
The gears interlock, ensuring the smooth operation of the machinery.
Τα γρανάζια αλληλοσυνδέονται, εξασφαλίζοντας την ομαλή λειτουργία του μηχανήματος.
02
διαπλέκω, αμπαρώνω
to link two or more things securely together
Transitive: to interlock two or more things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interlock
γ΄ ενικό πρόσωπο
interlocks
ενεστώτα μετοχή
interlocking
απλός αόριστος
interlocked
παθητική μετοχή
interlocked
Παραδείγματα
She interlocked her fingers with his as they walked along the beach.
Αυτή διέπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του καθώς περπατούσαν στην παραλία.
Interlock
01
αλληλοσυνδέονται, αλληλοεμπλέκονται
the act of interlocking or meshing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
interlocks
02
ασφάλεια, συσκευή αλληλοσυνδέσεως
a device that prevents an automotive engine from starting
Λεξικό Δέντρο
interlocking
interlocking
interlock



























