Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intercom
01
ενδοκoινωτική συσκευή, σύστημα εσωτερικής επικοινωνίας
a communication system that allows people in different parts of a plane, office, etc. to speak to each other
Παραδείγματα
The security guard used the intercom to verify the identity of visitors before granting them access to the building.
Ο φύλακας ασφαλείας χρησιμοποίησε το ενδοκoμμουνικό για να επαληθεύσει την ταυτότητα των επισκεπτών πριν τους δώσει πρόσβαση στο κτίριο.



























