Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interchangeable
01
εναλλάξιμος, ανταλλάξιμος
capable of being used or exchanged in place of one another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most interchangeable
συγκριτικός βαθμός
more interchangeable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
These two words are not completely interchangeable in formal writing.
Αυτές οι δύο λέξεις δεν είναι εντελώς εναλλάξιμες σε επίσημη γραφή.
02
εναλλάξιμος (μαθηματικά, λογική) έτσι ώστε τα επιχειρήματα ή οι ρόλοι να μπορούν να αντικατασταθούν
(mathematics, logic) such that the arguments or roles can be interchanged
Λεξικό Δέντρο
interchangeability
interchangeableness
interchangeably
interchangeable
interchange



























