Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intercept
01
παρακωλύω, σταματώ
to stop or catch before reaching intended destination
Transitive: to intercept sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intercept
γ΄ ενικό πρόσωπο
intercepts
ενεστώτα μετοχή
intercepting
απλός αόριστος
intercepted
παθητική μετοχή
intercepted
Παραδείγματα
The security team intercepted a suspicious package at the airport, preventing a potential threat.
Η ομάδα ασφαλείας παρακολούθησε ένα ύποπτο δέμα στο αεροδρόμιο, αποτρέποντας μια πιθανή απειλή.
02
παρακολουθώ, περικλείω
to secretly receive or obtain a communication, message, or signal that was meant for someone else
Transitive: to intercept a signal or communication
Παραδείγματα
The spy intercepted the enemy's transmission, decoding it before it reached its target.
Ο κατάσκοπος παρακολούθησε τη μετάδοση του εχθρού, αποκρυπτογραφώντας την πριν φτάσει στον στόχο της.
Intercept
01
το σημείο τομής, η τομή
the point where a line, curve, or surface crosses an axis on a graph
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intercepts
Παραδείγματα
The y-intercept of the line is where it crosses the y-axis at
Το σημείο τομής της γραμμής είναι εκεί όπου διασχίζει τον άξονα y στο
Λεξικό Δέντρο
interception
interceptor
intercept



























