Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inter
01
θάβω, ενταφιάζω
to put a body in a grave, usually at a funeral ceremony
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inter
γ΄ ενικό πρόσωπο
inters
ενεστώτα μετοχή
interring
απλός αόριστος
interred
παθητική μετοχή
interred
inter-
01
δια-, ανάμεσα
used to indicate the relationship or interaction between two or more things or people
Παραδείγματα
Intercontinental flights often have long durations.
Οι διηπειρωτικές πτήσεις έχουν συχνά μεγάλη διάρκεια.
Λεξικό Δέντρο
disinter
interment
interred
inter



























