Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intent
01
αποφασισμένος, επίμονος
having a strong resolve or determination to achieve a particular goal or outcome
Παραδείγματα
She was intent on finishing the project before the deadline.
Ήταν αποφασισμένη να ολοκληρώσει το έργο πριν από την προθεσμία.
02
προσεκτικός, συγκεντρωμένος
giving or marked by complete attention to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intent
συγκριτικός βαθμός
more intent
διαβαθμίσιμο
Intent
01
πρόθεση, σκοπός
an anticipated outcome that is intended or that guides your planned actions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intents
02
πρόθεση, σκοπός
the intended meaning of a communication
Λεξικό Δέντρο
intently
intentness
intent



























