insularity
in
ˌɪn
in
su
sjʊ
syoo
la
ˈlæ
ri
ty
ti
ti
vulgarityausterityseverityunpopularity

Ορισμός και σημασία του "insularity"στα αγγλικά

01

απομόνωση, κλειστότητα

lack of contact, interaction, or openness with other people or cultures, often leading to narrowness of view 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insularities
Παραδείγματα
The insularity of the small town made visitors feel unwelcome. 

Η απομόνωση της μικρής πόλης έκανε τους επισκέπτες να αισθάνονται ανεπιθύμητους.

02

νησιωτικότητα, νησιωτική απομόνωση

the condition of being an island or having island-like separation from surrounding areas 
Παραδείγματα
The insularity of the remote archipelago made it difficult to access. 

Η απομόνωση του απομακρυσμένου αρχιπελάγους καθιστούσε δύσκολη την πρόσβαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store