Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Insecticide
01
εντομοκτόνο, χημικό εντομοκτόνο
a chemical substance or agent that is used to kill or control insects that can cause harm to humans, crops, animals, and structures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insecticides
Παραδείγματα
The gardener sprayed insecticide on the rose bushes to protect them from aphids.
Ο κηπουρός ψέκασε εντομοκτόνο στους θάμνους των τριαντάφυλλων για να τα προστατεύσει από τα αφίδες.
Λεξικό Δέντρο
insecticidal
insecticide



























