inquiry
inq
ˈɪnk
ink
ui
waɪə
vaie
ry
ri
ri
blightyenquiryretireeexpiry

Ορισμός και σημασία του "inquiry"στα αγγλικά

01

ερώτηση, έρευνα

an act of seeking information through questioning 
inquiry definition and meaning
Παραδείγματα
Her inquiry about the job opening was met with a prompt response from the HR department. 

Το ερώτημά της σχετικά με την κενή θέση εργασίας έλαβε άμεση απάντηση από το τμήμα προσωπικού.

02

έρευνα, αίτημα πληροφοριών

the process of seeking information or knowledge through investigation, exploration, or analysis 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inquiries
Παραδείγματα
The scientist’s inquiry into climate change has led to several groundbreaking discoveries. 

Η έρευνα του επιστήμονα για την κλιματική αλλαγή οδήγησε σε πολλές πρωτοποριακές ανακαλύψεις.

03

έρευνα

a systematic investigation of a matter of public interest 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store