inn
inn
ɪn
ιν
/ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "inn"στα αγγλικά

01

πανδοχείο, ξενοδοχείο

a small hotel, especially located in the countryside
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inns
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store