Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inmate
Παραδείγματα
Visitation hours were restricted due to safety concerns for both inmates and visitors.
Οι ώρες επίσκεψης περιορίστηκαν λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια τόσο των κρατουμένων όσο και των επισκεπτών.
02
κάτοικος, επιβάτης
a person who resides in a shared living space, such as a household, institution, or facility
Παραδείγματα
The old mansion was known for its numerous rooms and diverse group of inmates living together.
Το παλιό αρχοντικό ήταν γνωστό για τα πολλά δωμάτιά του και τη διαφοροποιημένη ομάδα κατοίκων που ζούσαν μαζί.
03
νοσηλευόμενος ασθενής, κάτοικος ιατρικής εγκατάστασης
a person residing in a hospital, clinic, or other institutional medical facility while receiving care, especially one confined for psychiatric treatment or long‑term inpatient care
Παραδείγματα
The facility separated acute patients from chronic inmates to streamline treatment plans.
Η εγκατάσταση διαχώρισε τους οξείς ασθενείς από τους χρόνιους ασθενείς για να βελτιστοποιήσει τα σχέδια θεραπείας.
Λεξικό Δέντρο
inmate
mate



























