Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inmate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inmates
Παραδείγματα
The prison housed over a thousand inmates serving various sentences.
Η φυλακή φιλοξενούσε πάνω από χίλιους κρατούμενους που εκτίων διάφορες ποινές.
02
κάτοικος, επιβάτης
a person who resides in a shared living space, such as a household, institution, or facility
Παραδείγματα
The inmates of the dormitory shared a common kitchen and living area.
Οι κάτοικοι του κοιτώνα μοιράζονταν μια κοινή κουζίνα και καθιστικό.
03
νοσηλευόμενος ασθενής, κάτοικος ιατρικής εγκατάστασης
a person residing in a hospital, clinic, or other institutional medical facility while receiving care, especially one confined for psychiatric treatment or long‑term inpatient care
Παραδείγματα
The ward assigned each inmate a nurse who checked vital signs every four hours.
Η πτέρυγα ανέθεσε σε κάθε ασθενή μια νοσοκόμα που έλεγχε τα ζωτικά σημεία κάθε τέσσερις ώρες.
Λεξικό Δέντρο
inmate
mate



























