Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
injured
01
τραυματισμένος, κατεστραμμένος
physically harmed or wounded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most injured
συγκριτικός βαθμός
more injured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The injured athlete was taken off the field on a stretcher after a collision with another player.
Ο τραυματισμένος αθλητής μεταφέρθηκε έξω από το γήπεδο σε φορείο μετά από σύγκρουση με άλλο παίκτη.
02
πληγωμένος, ενοχλημένος
emotionally hurt or upset or annoyed
Λεξικό Δέντρο
uninjured
injured
injure



























