Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
injured
01
τραυματισμένος, κατεστραμμένος
physically harmed or wounded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most injured
συγκριτικός βαθμός
more injured
διαβαθμίσιμο
02
πληγωμένος, ενοχλημένος
emotionally hurt or upset or annoyed
Λεξικό Δέντρο
uninjured
injured
injure



























