arc
arc
ɑ:k
aak
arkparkdarklark
arcked

Ορισμός και σημασία του "arc"στα αγγλικά

01

τόξο, μέρος του κύκλου

(geometry) a part of a circle, which is curved 
arc definition and meaning
Παραδείγματα
In a circle, a minor arc is shorter than a major arc. 

Σε έναν κύκλο, ένα μικρότερο τόξο είναι μικρότερο από ένα μεγαλύτερο τόξο.

02

τόξο, καμπύλη

a curved shape 
arc definition and meaning
Παραδείγματα
The rainbow formed a bright arc in the sky. 

Το ουράνιο τόξο σχημάτισε ένα φωτεινό τόξο στον ουρανό.

03

ηλεκτρικό τόξο, τόξο

electrical discharge that passes through a gas under the influence of an applied electric field 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arcs
Παραδείγματα
The welder created an arc between the electrode and the metal. 

Ο συγκολλητής δημιούργησε ένα τόξο μεταξύ της ηλεκτροδίου και του μετάλλου.

04

αφηγηματικό τόξο, αφηγηματική γραμμή

the main theme or continuous narrative line in a story or series 
Παραδείγματα
The character's emotional arc is central to the novel. 

Το συναισθηματικό τόξο του χαρακτήρα είναι κεντρικό στο μυθιστόρημα.

to arc
01

καμπυλώνω, κινώ σε καμπύλη

to move or form a curved shape 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
arc
γ΄ ενικό πρόσωπο
arcs
ενεστώτα μετοχή
arcing
απλός αόριστος
arced
παθητική μετοχή
arced
Παραδείγματα
The gymnast arced through the air during the routine. 

Η γυμνάστρια έκανε ένα τόξο στον αέρα κατά τη διάρκεια της ρουτίνας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store