to ingurgitate
Pronunciation
/ɪnˈɡɝdʒɪteɪt/

Ορισμός και σημασία του "ingurgitate"στα αγγλικά

to ingurgitate
01

καταβροχθίζω, τρώω ασυστόλως

overeat or eat immodestly; make a pig of oneself
to ingurgitate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ingurgitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ingurgitates
ενεστώτα μετοχή
ingurgitating
απλός αόριστος
ingurgitated
παθητική μετοχή
ingurgitated
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store