arboriculture
ar
ˌɑ:
aa
bo
ri
ri
cul
ˈkʌl
kal
ture
ʧə
chē

Ορισμός και σημασία του "arboriculture"στα αγγλικά

01

δενδροκομία, καλλιέργεια δέντρων

the cultivation, management, and study of individual trees, shrubs, and vines 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arboricultures
Παραδείγματα
The city has an intensive arboriculture program that focuses on proper young tree establishment and long-term care practices. 

Η πόλη έχει ένα εντατικό πρόγραμμα δενδροκομίας που επικεντρώνεται στη σωστή εγκατάσταση νέων δέντρων και στις πρακτικές μακροπρόθεσμης φροντίδας.

Λεξικό Δέντρο

arboriculturist
arboriculture
arbor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store