Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arboreal
01
δενδρώδης, σχετικός με τα δέντρα
related to or typically found within trees and tree ecosystems
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tropical rainforest supports a rich diversity of arboreal plant life high in the canopy, including epiphytic orchids, ferns and bromeliads.
Το τροπικό δάσος υποστηρίζει μια πλούσια ποικιλία δενδρικής φυτικής ζωής ψηλά στο θόλο, συμπεριλαμβανομένων των επιφυτικών ορχιδέων, φτερών και βρομελιών.
02
δενδρόβιος, που ζει σε δέντρα
(of animals) adapted to or living high in trees, rather than on the ground
Παραδείγματα
Arboreal snakes like green tree pythons can expertly maneuver through foliage and ascend even the tallest tree trunks to hunt small birds and mammals.
Τα δενδρόβια φίδια όπως οι πράσινοι πύθωνες των δέντρων μπορούν να ελιχθούν επιδέξια μέσα από το φύλλωμα και να αναρριχηθούν ακόμη και στους ψηλότερους κορμούς δέντρων για να κυνηγήσουν μικρά πουλιά και θηλαστικά.
03
δενδρώδης, διακλαδισμένος
having the form, shape, or branching pattern of a tree
Παραδείγματα
The coral had an arboreal structure, spreading like branches.
Ο κοραλλιός είχε δενδροειδή δομή, που απλωνόταν σαν κλαδιά.
Λεξικό Δέντρο
nonarboreal
arboreal



























