Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
informed
01
ενημερωμένος, πληροφορημένος
possessing knowledge or understanding about a particular topic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most informed
συγκριτικός βαθμός
more informed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The informed consumer carefully considered product reviews and specifications before making a purchase decision.
Ο ενημερωμένος καταναλωτής εξέτασε προσεκτικά τις κριτικές και τις προδιαγραφές του προϊόντος πριν από την απόφαση αγοράς.
02
ενημερωμένος, φωτισμένος
having a decision or judgment based on a good understanding of the facts of a situation
Παραδείγματα
Their decision was informed by extensive research.
Η απόφασή τους ενημερώθηκε από εκτενή έρευνα.
Λεξικό Δέντρο
uninformed
informed
formed
form



























