informed
in
ɪn
in
formed
ˈfɔ:md
fawmd
inflamed

Ορισμός και σημασία του "informed"στα αγγλικά

01

ενημερωμένος, πληροφορημένος

possessing knowledge or understanding about a particular topic 
informed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most informed
συγκριτικός βαθμός
more informed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The informed consumer carefully considered product reviews and specifications before making a purchase decision. 

Ο ενημερωμένος καταναλωτής εξέτασε προσεκτικά τις κριτικές και τις προδιαγραφές του προϊόντος πριν από την απόφαση αγοράς.

02

ενημερωμένος, φωτισμένος

having a decision or judgment based on a good understanding of the facts of a situation 
Παραδείγματα
Their decision was informed by extensive research. 

Η απόφασή τους ενημερώθηκε από εκτενή έρευνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store