influenza
inf
ˌɪnf
inf
luen
ˈluɛn
looen
za
credenza

Ορισμός και σημασία του "influenza"στα αγγλικά

01

γρίπη

an infectious disease caused by a type of virus that attacks the nose, lungs, and throat 
influenza definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
influenzas
Παραδείγματα
She missed work for a week after catching influenza. 

Εκείνη έχασε την εργασία της για μια εβδομάδα αφού πιάστηκε η γρίπη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store