Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Influenza
01
γρίπη
an infectious disease caused by a type of virus that attacks the nose, lungs, and throat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
influenzas
Παραδείγματα
She missed work for a week after catching influenza.
Εκείνη έχασε την εργασία της για μια εβδομάδα αφού πιάστηκε η γρίπη.



























