inflated
inf
ˈɪnf
inf
la
leɪ
lei
ted
tɪd
tid
infectedinflectedinflamedinsulated

Ορισμός και σημασία του "inflated"στα αγγλικά

01

φουσκωμένος, γεμάτος αέρα

filled with air or gas, causing something to become enlarged or expanded 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inflated
συγκριτικός βαθμός
more inflated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inflated balloon bobbed gently in the air, its bright colors catching the sunlight. 

Το φουσκωμένο μπαλόνι κουνούνταν απαλά στον αέρα, τα έντονα χρώματά του πιάνοντας το sunlight.

02

επιδεικτικός, φουσκωμένος

pretentious (especially with regard to language or ideals) 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store