Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arbitrary
01
αυθαίρετος, καπριτσιάρης
not based on reason but on chance or personal impulse, which is often unfair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most arbitrary
συγκριτικός βαθμός
more arbitrary
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
decision, behavior, justice
Παραδείγματα
The decision to increase prices seemed arbitrary, as there was no clear reason given.
Η απόφαση να αυξηθούν οι τιμές φαινόταν αυθαίρετη, καθώς δεν δόθηκε καμία σαφής αιτία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
arbitrarily
arbitrariness
nonarbitrary
arbitrary
arbitrar



























