Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arbitrary
01
αυθαίρετος, καπριτσιάρης
not based on reason but on chance or personal impulse, which is often unfair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most arbitrary
συγκριτικός βαθμός
more arbitrary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's dress code policy seemed arbitrary, with rules changing frequently without explanation.
Η πολιτική ενδυμασίας της εταιρείας φαινόταν αυθαίρετη, με κανόνες που άλλαζαν συχνά χωρίς εξήγηση.
Λεξικό Δέντρο
arbitrarily
arbitrariness
nonarbitrary
arbitrary
arbitrar



























