infarction
Pronunciation
/ˌɪnˈfɑɹkʃən/

Ορισμός και σημασία του "infarction"στα αγγλικά

01

έμφραγμα

the death of tissue, typically caused by a lack of blood supply, leading to irreversible damage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
infarctions
Παραδείγματα
Cerebral infarction results from a lack of blood flow to the brain, often causing a stroke.
Ο εγκεφαλικός έμφραγμα προκύπτει από έλλειψη ροής αίματος στον εγκέφαλο, προκαλώντας συχνά εγκεφαλικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store