Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inexorable
01
αμείλικτος, αναπόφευκτος
unable to be halted or avoided
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inexorable
συγκριτικός βαθμός
more inexorable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inexorable advance of technology reshaped every aspect of daily life.
Η αδυσώπητη πρόοδος της τεχνολογίας αναμόρφωσε κάθε πλευρά της καθημερινής ζωής.
02
αμετάπειστος, αμείλικτος
refusing to be moved by argument or emotion
Παραδείγματα
She remained inexorable, refusing to reconsider her decision.
Παραμένει αμετάπειστη, αρνούμενη να επανεξετάσει την απόφασή της.
Λεξικό Δέντρο
inexorability
inexorableness
inexorably
inexorable
inexor



























