Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inexhaustible
01
ανεξάντλητος, ατέρμων
(of a supply of something) limitless and incapable of running out
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inexhaustible
συγκριτικός βαθμός
more inexhaustible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
supply, resources, endurance
02
ανεξάντλητος
incapable of being entirely consumed or used up
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inexhaustibly
inexhaustible
exhaustible
exhaust



























