Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inexcusable
01
ασυγχώρητος
extremely immoral and unable to be tolerated or justified
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inexcusable
συγκριτικός βαθμός
more inexcusable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, evaluation, behavior
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inexcusable
excusable
excuse



























