Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to industrialize
01
βιομηχανοποιώ, αναπτύσσω τη βιομηχανία
develop industry; become industrial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
industrialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
industrializes
ενεστώτα μετοχή
industrializing
απλός αόριστος
industrialized
παθητική μετοχή
industrialized
02
βιομηχανοποιώ
organize (the production of something) into an industry
Λεξικό Δέντρο
industrialized
industrialize
industrial
industry



























