Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indomitable
01
αδάμαστος, ανίκητος
impossible to be conquered or overcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indomitable
συγκριτικός βαθμός
more indomitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite numerous setbacks, his indomitable courage propelled him forward.
Παρά τους πολυάριθμους αναποδιές, το αήττητο θάρρος του τον ώθησε μπροστά.
Λεξικό Δέντρο
indomitability
indomitable
indomit



























