Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indirect
01
έμμεσος, περιφραστικός
not going in a straight line or the shortest way
Παραδείγματα
Taking the scenic route was enjoyable but more indirect than the highway.
Η διαδρομή μέσα από τα πανόραμα ήταν ευχάριστη αλλά πιο έμμεση από την εθνική οδό.
Παραδείγματα
His indirect response to the question left everyone confused.
Η έμμεση απάντησή του στην ερώτηση άφησε όλους μπερδεμένους.
03
έμμεσος, μεσολαβητικός
having intervening factors or persons or influences
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indirect
συγκριτικός βαθμός
more indirect
διαβαθμίσιμο
04
έμμεσος, πλάγιος
descended from a common ancestor but through different lines
05
έμμεσος
not directly serving as an effect or consequence of something
Λεξικό Δέντρο
indirect
direct



























