indigence
Pronunciation
/ɪndˈɪdʒəns/

Ορισμός και σημασία του "indigence"στα αγγλικά

01

απορία

a state of extreme poverty in which a person lacks the basic necessities of life
indigence definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
indigences
Παραδείγματα
The report highlighted rising indigence among elderly citizens.
Η έκθεση τόνισε την αύξηση της απορίας μεταξύ των ηλικιωμένων πολιτών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store