indictment
in
ɪn
in
dict
ˈdaɪt
dait
ment
mənt
mēnt
incitementexcitement

Ορισμός και σημασία του "indictment"στα αγγλικά

01

κατηγορία, καταδίκη

a statement or expression of strong disapproval, criticism, or accusation of wrongdoing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
indictments
Παραδείγματα
The report was an indictment of government inefficiency. 

Η έκθεση ήταν μια κατηγορία της αναποτελεσματικότητας της κυβέρνησης.

02

κατηγορία, κυρώσεις

a formal accusation of a crime 
Παραδείγματα
The indictment revealed a complex web of illegal activities involving drug trafficking and money laundering. 

Η κατηγορηματική πράξη αποκάλυψε ένα πολύπλοκο δίκτυο παράνομων δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν διακίνηση ναρκωτικών και ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store