indexer
in
ˈɪn
ιν
dex
dɛk
ντεκ
er
σα

Ορισμός και σημασία του "indexer"στα αγγλικά

01

ευρετηριαστής, επαγγελματίας δημιουργίας ευρετηρίων

a professional who creates an index for a book or other document, organizing its contents alphabetically or thematically for easy reference 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
indexers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

indexer
index
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store