Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Indexer
01
ευρετηριαστής, επαγγελματίας δημιουργίας ευρετηρίων
a professional who creates an index for a book or other document, organizing its contents alphabetically or thematically for easy reference
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
indexers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
indexer
index



























