Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Incursion
01
εισβολή
a sudden and brief attack to other territory, especially in large numbers and across a border
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
incursions
02
εισβολή, επέλαση
an attack that penetrates into enemy territory
03
εισβολή, λάθος που εμπλέκει ευθύνη ή κατηγορία
the mistake of incurring liability or blame
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
incursion
incur



























