Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incurable
01
ανίατος, αθεράπευτος
(of a disease or a sick person) impossible to cure or unresponsive to treatment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incurable
συγκριτικός βαθμός
more incurable
διαβαθμίσιμο
02
ανίατος, αμετάβλητος
unalterable in disposition or habits
Incurable
01
ανίατος ασθενής, ασθενής με ανίατη ασθένεια
a person whose disease is incurable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
incurables
Λεξικό Δέντρο
incurably
incurable
curable
cure



























