incurable
in
ˌɪn
ιν
cu
ˈkjʊ
κγου
ra
ρα
ble
bəl
μπαλ
/ɪnkjˈɔːɹəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "incurable"στα αγγλικά

01

ανίατος, αθεράπευτος

(of a disease or a sick person) impossible to cure or unresponsive to treatment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incurable
συγκριτικός βαθμός
more incurable
διαβαθμίσιμο
02

ανίατος, αμετάβλητος

unalterable in disposition or habits
01

ανίατος ασθενής, ασθενής με ανίατη ασθένεια

a person whose disease is incurable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
incurables

Λεξικό Δέντρο

incurably
incurable
curable
cure
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store