Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inbound
01
εισερχόμενος, προς τα μέσα
directed or moving inward or toward a center
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
inbound
bound
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εισερχόμενος, προς τα μέσα
Λεξικό Δέντρο