Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inarguable
01
αναμφισβήτητος, ανεπίληπτος
beyond debate or argument
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inarguable
συγκριτικός βαθμός
more inarguable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team 's inarguable dedication to their work led to remarkable achievements.
Η αδιαμφισβήτητη αφοσίωση της ομάδας στην εργασία της οδήγησε σε αξιοσημείωτα επιτεύγματα.
Λεξικό Δέντρο
inarguable
arguable
argue



























