Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inarguable
01
αναμφισβήτητος, ανεπίληπτος
beyond debate or argument
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inarguable
συγκριτικός βαθμός
more inarguable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inarguable truth of his statement silenced all objections.
Η αδιαμφισβήτητη αλήθεια της δήλωσής του σίγησε όλες τις αντιρρήσεις.
Λεξικό Δέντρο
inarguable
arguable
argue



























