in line
in
ɪn
in
line
laɪn
lain
/ɪn lˈaɪn/

Ορισμός και σημασία του "in line"στα αγγλικά

01

στη σειρά, στην ουρά

one behind another in a line or queue
γραμματικές πληροφορίες
01

στη γραμμή διαδοχής, επόμενος

being next in a line of succession
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
02

σε αναμονή

awaiting something; especially something due
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store