Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in concert with
01
σε συνεργασία με, μαζί με
used to covey that two or more people or things are working together to achieve a common goal
Παραδείγματα
The community is coming together in concert with local authorities to combat crime.
Η κοινότητα ενώνει τις δυνάμεις της σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές για την καταπολέμηση του εγκλήματος.



























