Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in concert with
01
σε συνεργασία με, μαζί με
used to covey that two or more people or things are working together to achieve a common goal
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The two departments worked in concert with each other to streamline the project's workflow.
Οι δύο τμήματα εργάστηκαν σε συντονισμό για να βελτιστοποιήσουν τη ροή εργασιών του έργου.



























