Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
improvable
01
βελτιώσιμος, βελτιωτέος
capable of being improved or made better
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most improvable
συγκριτικός βαθμός
more improvable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, potential, development
Παραδείγματα
The design of the product is improvable with some adjustments.
Ο σχεδιασμός του προϊόντος είναι βελτιώσιμος με κάποιες προσαρμογές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
improvable
provable
prove



























