Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to imprison
01
φυλακίζω, εγκλειστώ
to put someone in prison or keep them somewhere and not let them go
Transitive: to imprison a convict
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
imprison
γ΄ ενικό πρόσωπο
imprisons
ενεστώτα μετοχή
imprisoning
απλός αόριστος
imprisoned
παθητική μετοχή
imprisoned
Παραδείγματα
The court decided to imprison the convicted felon for a term of ten years.
Το δικαστήριο αποφάσισε να φυλακίσει τον καταδικασμένο εγκληματία για διάστημα δέκα ετών.
02
φυλακίζω, εγκλωβίζω
to restrict, limit, or confine someone or something
Transitive: to imprison sb somewhere
Παραδείγματα
He was imprisoned in a small room without windows for hours.
Κρατήθηκε φυλακισμένος σε ένα μικρό δωμάτιο χωρίς παράθυρα για ώρες.
Λεξικό Δέντρο
imprisoned
imprisonment
imprison



























