importer
im
ɪm
im
por
ˈpɔ:
paw
ter
imposter

Ορισμός και σημασία του "importer"στα αγγλικά

01

εισαγωγέας, εισαγωγέως

someone who brings in goods or products from another country to be sold or distributed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
importers
Παραδείγματα
The company is a major importer of electronics from Japan. 

Η εταιρεία είναι ένας μεγάλος εισαγωγέας ηλεκτρονικών από την Ιαπωνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

importer
import
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store