Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Importer
01
εισαγωγέας, εισαγωγέως
someone who brings in goods or products from another country to be sold or distributed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
importers
Παραδείγματα
The government offers incentives to small-scale importers.
Η κυβέρνηση προσφέρει κίνητρα σε μικρής κλίμακας εισαγωγείς.
Λεξικό Δέντρο
importer
import



























