Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immutable
01
αμετάβλητος, αναλλοίωτος
unable to be changed or altered, remaining constant and unchanging over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The contract 's terms were declared immutable, preventing any further negotiations.
Οι όροι της σύμβασης κηρύχθηκαν αμετάβλητοι, αποτρέποντας οποιαδήποτε περαιτέρω διαπραγμάτευση.
Λεξικό Δέντρο
immutably
immutable
mutable
mute



























