immutable
immutable
ɪmju:təbəl
ιμγουταμπαλ
immovableimputable

Ορισμός και σημασία του "immutable"στα αγγλικά

01

αμετάβλητος, αναλλοίωτος

unable to be changed or altered, remaining constant and unchanging over time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
nature, law, philosophy
Παραδείγματα
The laws of physics are considered immutable, governing the universe without exception. 

Οι νόμοι της φυσικής θεωρούνται αμετάβλητοι, κυβερνώντας το σύμπαν χωρίς εξαίρεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

immutably
immutable
mutable
mute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store