imam
i
ˈaɪ
ai
mam
mæm
mām
/ɪmˈæm/

Ορισμός και σημασία του "imam"στα αγγλικά

01

ιμάμης, πνευματικός οδηγός

a Muslim leader who leads prayers in a mosque and provides spiritual guidance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imams
Παραδείγματα
The Shiite imam is regarded as an expert in Islamic law and theology.
Ο σιίτης ιμάμης θεωρείται ειδικός στο ισλαμικό δίκαιο και τη θεολογία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store