imam
i
ɪ
i
mam
ˈmæm
mām
imaum

Ορισμός και σημασία του "imam"στα αγγλικά

01

ιμάμης, πνευματικός οδηγός

a Muslim leader who leads prayers in a mosque and provides spiritual guidance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
imams
αρσενικό ενικό
imam
neutral form
religious leader
Παραδείγματα
The imam led the congregation in the Friday prayer. 

Ο ιμάμης οδήγησε τη συγκέντρωση στην προσευχή της Παρασκευής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store