Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imaginative
01
φανταστικός, δημιουργικός
displaying or having creativity or originality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imaginative
συγκριτικός βαθμός
more imaginative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He has an imaginative mind, constantly coming up with innovative solutions to challenges.
Έχει ένα φανταστικό μυαλό, που συνεχώς βρίσκει καινοτόμες λύσεις για τις προκλήσεις.
Λεξικό Δέντρο
imaginatively
imaginativeness
unimaginative
imaginative
imagine



























