imagery
i
ˈɪ
i
ma
mi
ge
ʤə
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "imagery"στα αγγλικά

01

εικονοληψία, μεταφορική γλώσσα

the figurative language in literature by which the audience can form vivid mental images 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imagery
image
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store