Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ignominious
01
αισχρός, επονείδιστος
making one feel ashamed because of being very bad or unacceptable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ignominious
συγκριτικός βαθμός
more ignominious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He endured ignominious treatment at the hands of his rivals.
Αντέκτη επονείδιστη μεταχείριση από τους αντιπάλους του.
Λεξικό Δέντρο
ignominiously
ignominiousness
ignominious
ignominy



























