icelander
ice
ˈaɪs
αισ
lan
lən
λαν
der
də
ντα

Ορισμός και σημασία του "Icelander"στα αγγλικά

01

Ισλανδός

a person from Iceland, a Nordic island country in the North Atlantic Ocean 
Icelander definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Icelanders
Παραδείγματα
As an Icelander, she takes great pride in the country’s rich history and traditions. 

Ως Ισλανδή, είναι πολύ περήφανη για την πλούσια ιστορία και τις παραδόσεις της χώρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store