Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Icebox
01
ψυγείο, παγοθήκη
white goods in which food can be stored at low temperatures
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
iceboxes
Λεξικό Δέντρο
icebox
ice
box



























